αιτίαση

η (Α αἰτίασις) [αἰτιῶμαι]
1. κατηγορία, καταγγελία
2. παράπονο, μομφή.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αιτίαση — η κατηγορία, μομφή: Οι αιτιάσεις του εναντίον μου είναι αστήριχτες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αἰτιάσῃ — αἰτιάσηι , αἰτίασις complaint fem dat sg (epic) αἰτιά̱σῃ , αἰτιάομαι accuse aor subj mp 2nd sg (attic) αἰτιά̱σῃ , αἰτιάομαι accuse aor subj mp 2nd sg (doric aeolic) αἰτιά̱σῃ , αἰτιάομαι accuse fut ind mp 2nd sg (attic) αἰτιά̱σῃ , αἰτιάομαι accuse …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αιτίωσις — αἰτίωσις ( εως), η (Μ) [αἰτιῶμαι] η αιτίαση* …   Dictionary of Greek

  • αναιτίαση — η απαλλαγή κάποιου από την εναντίον του κατηγορία. [ΕΤΥΜΟΛ. < αιτίαση. Η λ. μαρτυρείται από το 1840 στο νομοτεχνικό Ιταλοελληνικό Λεξικό ως απόδοση τού ιταλ. discolpa] …   Dictionary of Greek

  • κατηγορία — Ενοχοποίηση, μομφή· σύνολο ομοιογενών πραγμάτων. (Νομ.) Σύμφωνα με τη νομική ορολογία, ο όρος κ. αναφέρεται στην απόδοση μιας οποιασδήποτε ενοχής σε κάποιον. Ειδικότερα, σημαίνει την αποδιδόμενη υπαιτιότητα για κάθε πράξη που διώκεται ποινικώς… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.